Tuesday, May 27, 2008

Πώς έμαθα να πάψω να ανησυχώ και να... μπα, όχι. Γιατί μου άρεσε το καινούριο Indiana Jones: Μια απολογία

Ως το μόνο μέλος της Familia που έμεινε απόλυτα ικανοποιημένο από την τελευταία περιπέτεια του συμπαθέστατου αρχαιολόγου με το καπέλο και το μαστίγιο, νιώθω πως έχω ιερό καθήκον απέναντι στον αγαπημένο μου κινηματογραφικό ήρωα όλων των εποχών, να μιλήσω εν ονόματί του στον σκληρό τούτο κόσμο, να υπερασπιστώ την τιμή του, πού να πάρει! Και μια και έχω και καιρό να συνεισφέρω στη Familia, είπα να το παρακάνω αυτή τη φορά!

Όταν που λέτε ο Indiana Jones κάλπαζε στο ηλιοβασίλεμα με τον πατέρα και τους φίλους του πριν από δεκαεννιά χρόνια, έκλεινε μια αγαπημένη τριλογία που έδωσε φρέσκια πνοή στο blockbuster και έθεσε νέους κανόνες στην περιπέτεια: Επρόκειτο για ταινίες στις οποίες συνυπήρχαν αρμονικά αχαλίνωτη και υπερβολική δράση, ιστορίες γεμάτες υπερφυσικά φαινόμενα, πολύχρωμους χαρακτήρες και εξωτικές τοποθεσίες και πάνω απ’ όλα ένα κοφτερό χιούμορ που διαπότιζε ακόμη και τις πιο σκοτεινές γωνίες του σύμπαντος που δημιούργησαν οι Lucas και Spielberg.

Ο ανορθόδοξος αρχαιολόγος που κινιόταν με την ίδια άνεση και στα αμφιθέατρα του Marshall College και σε αρχαίους καταραμένους τάφους, πότε κυνηγημένος από ερωτευμένες φοιτήτριες και πότε από μεγαλομανείς Ναζί, έγινε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και αγαπημένους χαρακτήρες της ποπ κουλτούρας. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο ότι θα θέλαμε να ακούσουμε κι άλλες ιστορίες γι’ αυτό το μοναδικό ήρωα. Και ακούσαμε: από τα comics της Marvel που εκδόθηκαν πριν καν βγει το Temple of Doom και «γέμιζαν» το κενό ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη ταινία, μέχρι την τηλεοπτική σειρά Young Indiana Jones όπου, στη σύγχρονη εποχή πλέον, ο γέρος καθηγητής Jones (με ένα μάτι λιγότερο κιόλας) αναπολεί ιστορίες της νιότης του, πριν καν γίνει ο επιστήμονας τυχοδιώκτης που αγαπήσαμε, κι από τη συνέχεια των περιπετειών του στο αριστουργηματικό Indiana Jones and the Fate of Atlantis της Lucasarts – ένα από τα καλύτερα adventure games όλων των εποχών, προϊόν της «χρυσής» εποχής της Lucasarts και μέχρι σήμερα, για μένα, το πραγματικό νο. 4 της σειράς – στα comics της Dark Horse στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η δίψα μας για καινούριες ιστορίες του Indy ήταν προφανής.

Η νέα ταινία συζητιόταν φυσικά από παλιά και όλοι την περιμέναμε πώς και πώς, ρουφώντας κάθε μικρό νέο που ξεγλιστρούσε. Οι πιθανότητες άπειρες, το ίδιο και οι απορίες – Ποιά θα ήταν η ιστορία; Θα μπορούσε ο Harrison Ford να γυρίσει στον πιο γνωστό του ρόλο, παρά την ηλικία του; Ποιός θα σκηνοθετούσε, αν όχι ο Steven Spielberg; Ποιός θα το έγραφε; Θα ήταν η επιστροφή που άξιζε στον Dr. Jones;

Για πολλά χρόνια, το μόνο που ξέραμε στα σίγουρα ήταν ότι και ο Ford και ο Spielberg ήταν πρόθυμοι να κάνουν ένα καινούριο Indy, εφόσον θα είχαν στα χέρια τους ένα καλό σενάριο. Και εμείς χαιρόμασταν, γιατί αυτό σήμαινε ότι ήταν αποφασισμένοι να φτιάξουν μια ταινία αντάξια των παλιών. Και ο καιρός περνούσε, και το κατάλληλο σενάριο δεν βρισκόταν – γραφόταν, ξαναγραφόταν, κάποια στιγμή αναμείχθηκε ο Frank Darabont και αυτό μόνο καλό νέο μπορούσε να είναι... αλλά κι αυτός μετά από ένα διάστημα αποχώρησε. Κι έτσι πέρασαν δεκαεννιά χρόνια.

Και τελικά η ταινία βρήκε το δρόμο προς τις αίθουσες. Και είδαμε αυτό που πιθανότατα θα είναι και η τελευταία περιπέτεια του Indy – που θα δούμε στη μεγάλη οθόνη, τουλάχιστον.

Άξιζε λοιπόν η αναμονή; Εξαρτάται.

Εξαρτάται τι πάει κανείς να δει μετά από δεκαεννιά χρόνια, κατα τη διάρκεια των οποίων η ταινία στο μυαλό μας έχει γίνει το Άγιο Δισκοπότηρο (pun intended) των ταινιών.
Όταν ο Steven Spielberg ξεκίνησε επιτέλους να γυρίζει το νέο Indiana Jones, είχε δύο επιλογές: Μπορούσε να ακολουθήσει κατά γράμμα τη συνταγή που ο ίδιος έφτιαξε τόσα χρόνια πριν και έκανε τα τρία προηγούμενα Indy επιτυχίες, ή να προσπαθήσει να επανεφεύρει αυτή τη συνταγή για το κοινό του 2008, το οποίο είναι όχι μόνο χορτασμένο από ογκώδη, larger-than-life blockbusters, αλλά και πλέον καχύποπτο απέναντι σε outrageous CGI-fests μετά από τόσα χρόνια κατάχρησης από τη βιομηχανία. Ούτε λίγο ούτε πολύ, για να είναι το νέο Indy η κορυφαία ταινία που περίμεναν όλοι δεκαεννιά χρόνια, ο Spielberg έπρεπε να επανεφεύρει τον τροχό.

Το θέμα είναι ότι ο Spielberg σαν σκηνοθέτης δεν έχει πλέον να αποδείξει σε κανέναν τίποτα, καθώς το συνολικό του έργο είναι μαρτυρία της ικανότητάς του και από καλλιτεχνικής και από εμπορικής άποψης. Δεν μπορώ να πω λοιπόν ότι ήταν κακή ιδέα να ακολουθήσει την παλιά καλή συνταγή, και παράλληλα να διασκεδάσει ολοφάνερα με το όλο project που επανενώνει σχεδόν όλη την παλιοπαρέα που έκανε τον Indiana Jones τον κινηματογραφικό θρύλο που ξέρουμε κι αγαπάμε.

Έτσι, το Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull είναι σχεδόν μια checklist μιας ταινίας Indy: χιούμορ σε σημείο slapstick, εκτενείς και υπερβολικές σκηνές δράσης, γραφικούς κακούς (η Cate Blanchett προφέρει τις ατάκες τις στη ρουώσικη προυοφορά της με περισσή απόλαυση), εξωτικές τοποθεσίες με πανάρχαιες και θανάσιμες παγίδες και μυστικά τα οποία είναι έτοιμα να εξολοθρεύσουν αυτόν που δε θα τα σεβαστεί και τη γνωστή κι αγαπημένη μουσική του John Williams. Και βέβαια, ένα πολύ καλό supporting cast, το οποίο μπορεί να μη περιλάμβανε το Sean Connery ως Dr. Henry Jones Sr., αλλά είχε μια απολαυστική Karen Allen, η οποία δείχνει καταπληκτική στα 57 της και η χημεία της με το Harrison Ford μοιάζει σχεδόν ανέγγιχτη, και έναν Shia LaBeouf του οποίου ο spot-on ροκαμπιλάς Mutt Williams αποτελεί πετυχημένο counter-point στον γερασμένο πλέον Indy, ενώ ο ίδιος εξελίσσεται σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες νεαρούς πρωταγωνιστές της βιομηχανίας (Δε θα με εξέπληττε μια προσπάθεια αναβίωσης του franchise με ήρωα το «γιο του Indiana Jones», αλλά δεν μπορώ να πω ότι θα ήθελα να δω κάτι τέτοιο).

Ο ίδιος ο γερόλυκος Harrison ξαναφοράει το καπέλο και τα χακί του Dr. Jones και πραγματικά φαίνεται σαν να μην άφησε το χαρακτήρα ποτέ, κι ας έχουν περάσει γύρω στα είκοσι χρόνια και για τους δυο τους. Το χιούμορ και ο κυνισμός του δόκτορα είναι παρόντα, ενισχυμένα κιόλας από το προχωρημένο της ηλικίας του (“Damn, I thought that was closer”, από τις αγαπημένες μου ατάκες στην ταινία, τόσο για τη σκηνή την ίδια όσο και για το σχόλιό της), όπως και το ειρωνικό γελάκι του, τα punchlines του, η κλωτσοπατινάδα με τους κακούς, το φόβο του για τα φίδια και φυσικά το μαστίγιό του. Ο Ford κάνει έξοχη δουλειά και όχι μόνο φέρνει τον χαρακτήρα πίσω σε μας αυτούσιο, αλλά καταφέρνει να δώσει και την αίσθηση ότι τα χρόνια πέρασαν για τον Indy όσο και για τον ίδιο.

Αρνητικά; Ναι, η ταινία έχει κάμποσα. Το σενάριο σε πολλά σημεία είναι κακογραμμένο και πολλές ατάκες προσγειώνονται πολύ ανώμαλα στα αυτιά μας, ενώ η ιστορία με το τελικό μυστικό θα μπορούσε να δοθεί καλύτερα, αν και δεν πιστεύω ότι ήταν «ακατάλληλη» για ταινία Indiana Jones. Ο ρυθμός της ταινίας επίσης στις μεταβάσεις από τόπο σε τόπο δεν ήταν πάντα αρμονικός, αν και δεν μπορώ να πω ότι η ταινία δεν κρατούσε το ενδιαφέρον μου, ίσα ίσα. Αυτό που πιστεύω πάντως είναι ότι αυτά τα αρνητικά είναι ακριβώς αυτά που είχαν και όλες οι υπόλοιπες ταινίες Indiana Jones (οι οποίες βέβαια, ενώ αρτιότατες ταινίες δράσης, ποτέ δεν ήταν high film art), και είναι και αυτό ένα παράγωγο της απόφασης του Spielberg να ακολουθήσει την παλιά, καλή συνταγή για την ταινία του.

Επίσης, κι αυτό δεν είναι τόσο αρνητικό όσο προϊόν των καιρών που ζούμε και του τρόπου που γυρίζονται οι ταινίες σήμερα, είναι έντονη η παρουσία ψηφιακών εφέ στην ταινία, όχι σε βαθμό που να αφαιρεί από την ατμόσφαιρα, αλλά σίγουρα σε καταφανή αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες (οι οποίες όμως, ας θυμόμαστε, γυρίστηκαν είκοσι χρόνια πριν).

Και όχι, αρνητικό για μένα δεν ήταν αυτό με το οποίο έχει κολλήσει όλο το Internet, ότι ο Indy επιζεί από πυρηνική έκρηξη μέσα σε ένα εκσφενδονιζόμενο ψυγείο με επένδυση μολύβδου. Επειδή προφανώς η βουτιά από αεροπλάνο μέσα σε μια φουσκωτή βάρκα η οποία κατεβαίνει τα μισά Ιμαλάια και καταλήγει σε ποτάμι στη ζούγκλα στο Temple of Doom ήταν αρκετά ρεαλιστικότερη ε;

Μάλιστα, τα αρνητικά της ταινίας ήταν άλλος ένας λόγος που ένιωθα τόσο καλά βλέποντάς τη – γιατί αυτός ήταν ο Indy με τον οποίο μεγάλωσα και λάτρεψα, και αυτό τον Indy περίμενα να δω τόσα χρόνια μετά.

Για να τελειώνω, η εμπειρία που αποκόμισα από το νέο Indiana Jones μπορεί να περιγραφεί σαν να ανακαλύπτει η μάνα σου σ’ ένα ντουλάπι μια συνταγή από το αγαπημένο σου γλυκό που σου έφτιαχνε κάποτε, και αποφασίζει να σ’ το ξαναφτιάξει. Και είναι όντως εκείνο το παλιό αγαπημένο γλυκό των παιδικών σου χρόνων. Μόνο που ε, όσο να ‘ναι η γεύση διαφέρει ελαφρώς από αυτή που θυμάσαι, μια και η μάνα σου το έφτιαξε στην καινούρια της κουζίνα με σημερινά υλικά από το super market. Και συν τοις άλλοις, πλέον είσαι 30 χρόνων μαντράχαλος κι έχεις φάει και σε κάνα δυο εστιατόρια στο Λονδίνο ή στο Παρίσι από τότε.

5 comments:

Provolone said...

Amigo, εν πολλοίς, συμφωνώ μαζί σου. Η ταινία είχε ενδιαφέρουσες στιγμές, ο Ford δικαίωσε τις προσδοκίες των θεατών, ο Indy Jr ήταν πράγματι εξαιρετικός, αλλά...
Ειλικρινά δεν περίμενα να "ξεχάσω" την ταινία έπειτα από λίγα 24ωρα. Θα την ξανάβλεπα; Ίσως όχι και αυτό δεν είναι θετικό γιατί τις προηγούμενες ταινίες της σειράς τις έχω δει ουκ' ολίγες φορές.
Που καταλήγω συνεπώς; Ότι το...γλυκό ήταν τελικά κάπως άγευστο. Ενδεχομένως επειδή πλέον έχω μεγαλώσει και, όπως λες και εσύ, οι προτιμήσεις μας έχουν αλλάξει λίγο...

CitizenMac said...

Καλά, μόνο με τον καιρό θα δούμε πόσο θα αντέξει στο χρόνο. Πάντως έχε υπ' όψη σου ότι τις είδες ξανά και ξανά έχοντας την ανάμνησή τους από το σινεμά όταν τις πρωτοείδες μικρός και δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα παρόμοιο τότε.

Νομίζω ότι κάποια στιγμή η φήμη και η αγάπη γι' αυτές τις ταινίες ξεπέρασαν κατά πολύ την αντικειμενική ποιότητά τους, γι' αυτό και τις συγχωρούμε σήμερα για τις ίδιες ατέλειες τις οποίες προσάπτουμε στο καινούριο.

Anonymous said...

Den tin eida tin tainia akoma, alla exete pei OLOI TOSA polla pou exw katamperdeutei....Mallon tha tin dw omws giati oso ki an empisteuomai to kritirio tou provolone, thewrw ton Mac pio konta sta dika mou gousta! Ante na doume...

agg said...

Η ταινία με έκανε να διαπιστώσω δύο πράγματα:

α) όταν είδα την Τελευταία Σταυροφορία ήμουν 12 χρονών...και τώρα πια δεν είμαι

β) ό,τι και να μου λένε για τα ψηφιακά εφέ, εγώ ψηφίζω good ol' studio! Σκεφθείτε μόνο τη σκηνή της δέυτερης ταινίας στο ναό...σε στουντιάκι γυρίστηκε και ήταν πολύ πιο πειστική από τη ζούγκλα του 'Κρανίου'.

Δεν είδα κάτι που να με ενθουσιάσει και απογοητεύθηκα...Με την πρώτη ευκαιρία θα απολαύσω και πάλι τις δύο πρώτες ταινίες, με τον Ίντι τζόβενο και με άρωμα εϊτίλας!

BunnyDee said...

Ως "το άλλο άτομο, εκτός Familiaς, που ήταν εκεί", κάνω το υπέρτατο high five με το Mac, και κοιτάζω τους υπόλοιπους βγάζοντας γλώσσα.

Το νέο Indy ήταν απλά αυτό που χρειαζόταν ώστε να... πάει για ύπνο το franchise, να σταματήσουν οι φήμες και να μη χρειάζεται τίποτα καινούριο να "συνεχίσει την ιστορία". Όπως είπε το παιδί, υπάρχει το adventure, η σειρά, τα comics... πάει.

Εδώ και 5 χρόνια αστειευόμασταν ότι θα θέλει stuntman ο Ford και για τις σκηνές που περπατάει, και μια χαρά τα κατάφερε. Τώρα. Σε 20-30 χρόνια, όμως, που θα "θυμόμαστε τα παλιά" και θα θέλουμε "νέο Indy", τρομάρα μας, όχι. Κάποτε έπρεπε να μπει τελεία. Οι εποχές αλλάζουν - το προσέξατε, νομίζω.