Σωστή είναι η άποψή σου Alex. Πράγματι, στη regular season τα γήπεδα του NBA θυμίζουν (άδεια) εκκλησία. Τόσο ήσυχα είναι. Απλώς φωνάζουν που και που κάνα «deeefense», προκειμένου να ξυπνήσουν τον παππού της μπροστινής σειράς που, αφού έφαγε το hot dog του και ήπιε την Coke του, είπε να αναπαυτεί λιγάκι! Η μόνη περίπτωση που τα γήπεδα-χορηγοί μπορεί να θυμίσουν Ελλάντα είναι όποτε ο μέγιστος Ron Artest και άλλα 2-3 καλόπαιδα ξυπνήσουν στραβά το πρωινό του αγώνα. Ε, τότε τα pop corn «σκεπάζουν τον ουρανό» (πότε θα ξεπεράσω τους 300…) και το παρκέ μετατρέπεται σε ρινγκ όπου τα ντιρέκτ διαδέχονται τα άπερκατ και όλοι μαζί (προπονητές, παίκτες και ενίοτε οπαδοί) βάζουν στη διαπασών τα αγαπημένα τους τραγούδια των…Πυξ Λαξ!
Είπαμε, όμως. Συνήθως, τα πράγματα είναι πολύ ήρεμα. Αυτό που δεν γνωρίζουν, ωστόσο, όσοι δεν ασχολούνται ενδελεχώς με το NBA (ήτοι, 3-4 ώρες την ημέρα, ξενυχτώντας τα βράδια και αναλύοντας τα στατιστικά του Μανού στο δωμάτιο που ακόμα και ο Βασιλιάς πηγαίνει μόνος του), είναι ότι στα playoffs η κατάσταση αλλάζει άρδην. Είναι η στιγμή που μπαίνει η μουσική του Vince DiCola από το Rocky IV (ξέρετε , όταν αφυπνίζεται ο Ρόκυ και αρχίζει να σαπίζει τον αντίπαλο του) και το σόου μετατρέπεται σε μάχη. Μάλιστα, δεν με ξαφνιάζει καθόλου το γεγονός ότι έγινε ρίψη αντικειμένων στον αγώνα των Jazz με τους Spurs, διότι η ομάδα του Dunkan, του Λονγκόριου και του Μανού θεωρείται (η καλύτερη, αλλά και) η πιο βρώμικη ομάδα στο NBA (Αν διαφωνείτε, πείτε το στον Nash). Ειδικά, ο Bowen έχει αναγάγει το ξύλο σε επιστήμη και έχει εφεύρει δεκάδες τρόπους για να ξυλοφορτώνει τους αντιπάλους του δίχως να το αντιλαμβάνονται οι διαιτητές…Αυτά. Όσο για τις χαρούμενες κίτρινες ορδές του Άρεως, ας ευχαριστήσουν τον τουρίστα από το Τελ Αβίβ!
Tuesday, May 29, 2007
Monday, May 28, 2007
Αμερικάνικη απάντηση
Μου τη δίνει πολύ όταν γίνεται αυτό. Λες μια άποψη δημόσια, η οποία θεωρείς οτι είναι σωστή και αμέσως την ίδια μέρα γίνεται κάτι να στη βγάλει λάθος. Τί να πω... Απλά θα παραθέσω αυτό που διάβασα στο www.sport-fm.gr :
"Ο Μάνου Τζινόμπιλι πέτυχε 15 από τους 22 πόντους του στην τέταρτη περίοδο οδηγώντας τους Σπερς στη νίκη με 91-79 επί των Τζαζ μέσα στο «Delta Center» έπειτα από ένα επεισοδιακό παιχνίδι. Η παρέα του Αργεντινού άσου χρειάζεται πλέον μία νίκη ακόμη για να προκριθεί για τρίτη φορά τα τελευταία πέντε χρόνια στους τελικούς του ΝΒΑ. Οι γηπεδούχοι δέχτηκαν τέσσερις τεχνικές ποινές για διαμαρτυρία στο φινάλε του αγώνα, ενώ αποβλήθηκε από τον πάγκο ο προπονητής τους, Τζέρι Σλόαν, την ώρα που οπαδοί της ομάδας εκτόξευαν αντικείμενα (!), ένα από τα οποία τραυμάτισε ελαφρά τον Μπρους Μπόουεν."
E ασταδιαλα βρε Αμερικανάκια! Φαγωθήκατε να με βγάλετε λάθος!
"Ο Μάνου Τζινόμπιλι πέτυχε 15 από τους 22 πόντους του στην τέταρτη περίοδο οδηγώντας τους Σπερς στη νίκη με 91-79 επί των Τζαζ μέσα στο «Delta Center» έπειτα από ένα επεισοδιακό παιχνίδι. Η παρέα του Αργεντινού άσου χρειάζεται πλέον μία νίκη ακόμη για να προκριθεί για τρίτη φορά τα τελευταία πέντε χρόνια στους τελικούς του ΝΒΑ. Οι γηπεδούχοι δέχτηκαν τέσσερις τεχνικές ποινές για διαμαρτυρία στο φινάλε του αγώνα, ενώ αποβλήθηκε από τον πάγκο ο προπονητής τους, Τζέρι Σλόαν, την ώρα που οπαδοί της ομάδας εκτόξευαν αντικείμενα (!), ένα από τα οποία τραυμάτισε ελαφρά τον Μπρους Μπόουεν."
E ασταδιαλα βρε Αμερικανάκια! Φαγωθήκατε να με βγάλετε λάθος!
Rogues
Και ένα τεμπέλικο post τώρα, που έχει αμυδρή σχέση με το προηγούμενο ποστ μου. Θα παραθέσω απλά τα lyrics από το αγαπημένο μου τραγούδι τον τελευταίο μήνα και από τα πιο uplifting τραγούδια που έχω ακούσει:
"Enough... Bowing down to disillusion... Hats off and applause to rogues and evolution... The ripple effect is too good not to mention... if you're not affected you're not paying attention."
Καλη νύχτα σας...
"Enough... Bowing down to disillusion... Hats off and applause to rogues and evolution... The ripple effect is too good not to mention... if you're not affected you're not paying attention."
Καλη νύχτα σας...
Κάτι τρελαμένα παλικάρια
Γεια σας και πάλι από τη ΛΔΘ (όσοι κατάλαβαν, κατάλαβαν). Μετά από καιρό απουσίας επιστρέφω για να παραθέσω ένα προβληματισμό. Μια παρατήρηση αν θέλετε.
Χθες βρέθηκα στο κατάμεστο Αλεξάνδρειο, και παρακολούθησα την Αριανάρα της καρδιά μας (όλων μας έτσι… δεν πιστεύω να έχει κανείς πρόβλημα με αυτό;) να πραγματοποιεί μια εξαιρετική εμφάνιση και να ξεπλένει την ντροπιαστική απόδοση που είχαν στο δεύτερο παιχνίδι των ημιτελικών. Το θέαμα ήταν ωραίο, η ατμόσφαιρα φοβερή, οι διαιτητές έπαιξαν τον καθιερωμένο ρόλο τους (αυτό του villain της ιστορίας)… και είχαμε και happy end. Όλα καλά δηλαδή.
Στο ημίχρονο με αφορμή την εμφάνιση των cheerleaders, άρχισα να κάνω διάφορες σκέψεις. Κυριότερα το πόσο αλλόκοτο φαινόταν όλο αυτό το σκηνικό. Η μουσική έπαιζε δυνατά ένα techno-beat, τα κορίτσια χορεύανε, η κερκίδα όμως… το χαβά της. Συνθήματα όλο το γήπεδο μαζί, τόσο δυνατά που η μουσική από τα μεγάφωνα έμοιαζε με παράσιτα. Και υποτίθεται ότι οι μαζορέτες τραβάνε περισσότερο τον αντρικό πλυθισμό. Κι όμως εκείνη τη στιγμή πάω στοίχημα ότι αν κάποιος ρωτούσε όλους τους οπαδούς μέσα στο Παλέ, θα έπαιρνε απάντηση του στυλ «τι μαζορέτες και παπ*$ιές ρε… δεν είναι για τέτοια εδώ… Άρης ρε!»
Ο ξάδερφός μου, που καθόταν δίπλα με ρωτάει πολύ εύστοχα: «Ρε συ… φαντάζεσαι πώς θα φαίνεται όλο αυτό το σκηνικό στους Αμερικάνους παίχτες, που έχουν μεγαλώσει με το NBA;;» Όντως… εκεί το μπάσκετ είναι show, με φωτορυθμικά, δυνατή μουσική, events πριν και μετά το ματς και ένα στάδιο γεμάτο με ανθρώπους που κάθονται ήσυχοι στα καρεκλάκια τους και απλά χειροκροτούν. Εκεί καταλαβαίνεις που κολλάνε οι cheerleaders. Εδώ όμως;;
Εκεί ο κόσμος πάει στο γήπεδο για να απολαύσει θέαμα. Πληρώνει αδρά, αλλά το θέαμα το απολαμβάνει (τουλάχιστον έτσι πιστεύει). Δεν μπορώ να φανταστώ π.χ. να γίνει ραδιοφωνική εκπομπή στην Αμερική όπου θα ακούγονται οι φράσεις «Την Κυριακή… *παύση* … όλοι μας… *παύση* … οφείλουμε να είμαστε στο Παλέ *με στόμφο*!! Δεν υπάρχει δικαιολογία! Καναπεδάκιδες… *παύση* … όλοι μας πρέπει να δώσουμε βροντερό παρόν… να βοηθήσουμε την ομάδα!!»
Ο οπαδός (ο φανατικός – όχι αναγκαστικά με την κακή έννοια-) εδώ το αισθάνεται ως υποχρέωση/ανάγκη να πάει στο γήπεδο να βοηθήσει την ομάδα του να πετύχει το σκοπό (δηλ. τη νίκη). Η πελατειακή σχέση που υπάρχει στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού με τις αθλητικές ομάδες, εδώ κατακρίνεται.
Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε αυτή η σύγχυση; Η ομάδα υπάρχει για να προσφέρει θέαμα στον οπαδό, ή ο οπαδός υπάρχει για να στηρίζει την ομάδα; Σίγουρα το πρώτο είναι και το πιο σωστό, γιατί έτσι και αλλιώς αυτός είναι και ο μόνος λόγος ύπαρξης των ομάδων. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι και η ομάδα χωρίς τους οπαδούς της δεν μπορεί να υφίσταται (για πολύ καιρό). Στην Ελλάδα λοιπόν που ο κόσμος έχει την τάση να αδιαφορεί εύκολα για τον αθλητισμό (το ποδόσφαιρό θεωρείται από τις αγαπημένες ασχολίες των Ελλήνων, αλλά μόνο θεωρητικά καθώς τα εισιτήρια κάθε αγωνιστική είναι τραγελαφικά) οι λίγοι που είναι πραγματικά παθιασμένοι με την ομάδα τους είναι λογικό να αποκτούν μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο να ακολουθούν την ομάδα. Σε αυτό προσθέστε και το γεγονός ότι για πολλά από αυτά τα παιδιά το οπαδιλίκι είναι μια διέξοδος (ένας τρόπος ζωής), ώστε να αισθανθούν και αυτά ότι κάνουν κάτι σημαντικό, ότι ανήκουν κάπου.
Όλα αυτά πολλαπλασιάζονται σε ισχύ από τον παράγοντα χ, ο οποίος είναι η ανάγκη του Έλληνα να πρωταγωνιστεί. «Δεν θέλουμε ρε γαμώτο να είμαστε σαν τα Αμερικανάκια που απλά παρακολουθούν έναν αγώνα αμέτοχοι!» Εμείς θέλουμε να είμαστε μέρος του αγώνα! Να πρωταγωνιστούμε! Εξάλλου πόσοι μπορούν να πουν ότι διαβάζουν για τους εαυτούς τους κάθε Δευτέρα στις εφημερίδες; Όταν ο οπαδός πάει και διαβάζει για το πόσο εκπληκτικός ήταν ο λαός στο τάδε γήπεδο την Κυριακή, ξέρει ότι αναφέρονται σε αυτόν. Ξέρει ότι αυτό το «μεγαλείο» είναι και δικό του.
Απόδειξη όλων αυτών είναι οι τύποι που κάθονται μπροστά, μπροστά στη θύρα των «φανατικών», που οργανώνουν και παρακινούν τους υπόλοιπους. Κοιτούσα κάτι τέτοια παιδιά στον αγώνα χθες να κουνάνε χέρια σαν μαέστροι μιας τρελαμένης χορωδίας. Και φυσικά δεν πρέπει να είδαν πάνω από 5 λεπτά του αγώνα. Τους κοιτούσα και απορούσα «Είναι φυσιολογικό αυτό; Είναι υγιές;» Απάντηση φυσικά και δεν μπορώ να δώσω. Για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι αυτό που κάνανε πραγματικά το πίστευαν ότι είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούν να κάνουν στη ζωή τους. Η ιδέα με στενοχωρούσε. Αυτούς όμως ίσως και να τους γέμιζε περισσότερο από όσο μπορούσα να φανταστώ. «Μέσα στην καρδιά μου έχω τον Θεό. Άρη οεο!!»
Χθες βρέθηκα στο κατάμεστο Αλεξάνδρειο, και παρακολούθησα την Αριανάρα της καρδιά μας (όλων μας έτσι… δεν πιστεύω να έχει κανείς πρόβλημα με αυτό;) να πραγματοποιεί μια εξαιρετική εμφάνιση και να ξεπλένει την ντροπιαστική απόδοση που είχαν στο δεύτερο παιχνίδι των ημιτελικών. Το θέαμα ήταν ωραίο, η ατμόσφαιρα φοβερή, οι διαιτητές έπαιξαν τον καθιερωμένο ρόλο τους (αυτό του villain της ιστορίας)… και είχαμε και happy end. Όλα καλά δηλαδή.
Στο ημίχρονο με αφορμή την εμφάνιση των cheerleaders, άρχισα να κάνω διάφορες σκέψεις. Κυριότερα το πόσο αλλόκοτο φαινόταν όλο αυτό το σκηνικό. Η μουσική έπαιζε δυνατά ένα techno-beat, τα κορίτσια χορεύανε, η κερκίδα όμως… το χαβά της. Συνθήματα όλο το γήπεδο μαζί, τόσο δυνατά που η μουσική από τα μεγάφωνα έμοιαζε με παράσιτα. Και υποτίθεται ότι οι μαζορέτες τραβάνε περισσότερο τον αντρικό πλυθισμό. Κι όμως εκείνη τη στιγμή πάω στοίχημα ότι αν κάποιος ρωτούσε όλους τους οπαδούς μέσα στο Παλέ, θα έπαιρνε απάντηση του στυλ «τι μαζορέτες και παπ*$ιές ρε… δεν είναι για τέτοια εδώ… Άρης ρε!»
Ο ξάδερφός μου, που καθόταν δίπλα με ρωτάει πολύ εύστοχα: «Ρε συ… φαντάζεσαι πώς θα φαίνεται όλο αυτό το σκηνικό στους Αμερικάνους παίχτες, που έχουν μεγαλώσει με το NBA;;» Όντως… εκεί το μπάσκετ είναι show, με φωτορυθμικά, δυνατή μουσική, events πριν και μετά το ματς και ένα στάδιο γεμάτο με ανθρώπους που κάθονται ήσυχοι στα καρεκλάκια τους και απλά χειροκροτούν. Εκεί καταλαβαίνεις που κολλάνε οι cheerleaders. Εδώ όμως;;
Εκεί ο κόσμος πάει στο γήπεδο για να απολαύσει θέαμα. Πληρώνει αδρά, αλλά το θέαμα το απολαμβάνει (τουλάχιστον έτσι πιστεύει). Δεν μπορώ να φανταστώ π.χ. να γίνει ραδιοφωνική εκπομπή στην Αμερική όπου θα ακούγονται οι φράσεις «Την Κυριακή… *παύση* … όλοι μας… *παύση* … οφείλουμε να είμαστε στο Παλέ *με στόμφο*!! Δεν υπάρχει δικαιολογία! Καναπεδάκιδες… *παύση* … όλοι μας πρέπει να δώσουμε βροντερό παρόν… να βοηθήσουμε την ομάδα!!»
Ο οπαδός (ο φανατικός – όχι αναγκαστικά με την κακή έννοια-) εδώ το αισθάνεται ως υποχρέωση/ανάγκη να πάει στο γήπεδο να βοηθήσει την ομάδα του να πετύχει το σκοπό (δηλ. τη νίκη). Η πελατειακή σχέση που υπάρχει στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού με τις αθλητικές ομάδες, εδώ κατακρίνεται.
Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε αυτή η σύγχυση; Η ομάδα υπάρχει για να προσφέρει θέαμα στον οπαδό, ή ο οπαδός υπάρχει για να στηρίζει την ομάδα; Σίγουρα το πρώτο είναι και το πιο σωστό, γιατί έτσι και αλλιώς αυτός είναι και ο μόνος λόγος ύπαρξης των ομάδων. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι και η ομάδα χωρίς τους οπαδούς της δεν μπορεί να υφίσταται (για πολύ καιρό). Στην Ελλάδα λοιπόν που ο κόσμος έχει την τάση να αδιαφορεί εύκολα για τον αθλητισμό (το ποδόσφαιρό θεωρείται από τις αγαπημένες ασχολίες των Ελλήνων, αλλά μόνο θεωρητικά καθώς τα εισιτήρια κάθε αγωνιστική είναι τραγελαφικά) οι λίγοι που είναι πραγματικά παθιασμένοι με την ομάδα τους είναι λογικό να αποκτούν μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο να ακολουθούν την ομάδα. Σε αυτό προσθέστε και το γεγονός ότι για πολλά από αυτά τα παιδιά το οπαδιλίκι είναι μια διέξοδος (ένας τρόπος ζωής), ώστε να αισθανθούν και αυτά ότι κάνουν κάτι σημαντικό, ότι ανήκουν κάπου.
Όλα αυτά πολλαπλασιάζονται σε ισχύ από τον παράγοντα χ, ο οποίος είναι η ανάγκη του Έλληνα να πρωταγωνιστεί. «Δεν θέλουμε ρε γαμώτο να είμαστε σαν τα Αμερικανάκια που απλά παρακολουθούν έναν αγώνα αμέτοχοι!» Εμείς θέλουμε να είμαστε μέρος του αγώνα! Να πρωταγωνιστούμε! Εξάλλου πόσοι μπορούν να πουν ότι διαβάζουν για τους εαυτούς τους κάθε Δευτέρα στις εφημερίδες; Όταν ο οπαδός πάει και διαβάζει για το πόσο εκπληκτικός ήταν ο λαός στο τάδε γήπεδο την Κυριακή, ξέρει ότι αναφέρονται σε αυτόν. Ξέρει ότι αυτό το «μεγαλείο» είναι και δικό του.
Απόδειξη όλων αυτών είναι οι τύποι που κάθονται μπροστά, μπροστά στη θύρα των «φανατικών», που οργανώνουν και παρακινούν τους υπόλοιπους. Κοιτούσα κάτι τέτοια παιδιά στον αγώνα χθες να κουνάνε χέρια σαν μαέστροι μιας τρελαμένης χορωδίας. Και φυσικά δεν πρέπει να είδαν πάνω από 5 λεπτά του αγώνα. Τους κοιτούσα και απορούσα «Είναι φυσιολογικό αυτό; Είναι υγιές;» Απάντηση φυσικά και δεν μπορώ να δώσω. Για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι αυτό που κάνανε πραγματικά το πίστευαν ότι είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούν να κάνουν στη ζωή τους. Η ιδέα με στενοχωρούσε. Αυτούς όμως ίσως και να τους γέμιζε περισσότερο από όσο μπορούσα να φανταστώ. «Μέσα στην καρδιά μου έχω τον Θεό. Άρη οεο!!»
Wednesday, May 23, 2007
E-ΠΙ-ΤΕ-ΛΟΥΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Ναι! Συγκίνηση και ανατριχίλα! Μου έστειλε μια συνάδελφος την εξής διεύθυνση, χωρίς να μου πει τι είναι! Το ανοίγω και τι να δω;;;;;;;;;;;;; ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΤΩΝ ΙΑΠΩΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ ΠΟΥ ΕΒΑΖΕ Η ΕΡΤ, τότε, τη δεκαετία του '80! Εnjoy!
http://www.youtube.com/watch?v=zTYAWegJWMs&mode=related&search=
http://www.youtube.com/watch?v=zTYAWegJWMs&mode=related&search=
The Empire always strikes twice

Ο David Lynch είναι μυστήριο τραίνο - κι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο understatement από τότε που ο Oppenheimer είπε "This shit blows." (εξακριβωμένη ατάκα, την είπε αλήθεια, ήμουν εκεί).
Οι ταινίες του Lynch είναι εξίσου μυστήρια τραίνα με το δημιουργό τους - στην πλειοψηφία τους αποτελούν περίπλοκα μωσαϊκά εικόνων και ήχων που ναι μεν διηγούνται μια ιστορία, το κάνουν όμως πετώντας από το παράθυρο όλες τις συμβατικές τεχνικές αφήγησης και εξιστόρησης. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο Lynch στις ταινίες του πλάθει ένα σύμπαν το οποίο βρίθει από ονειρικές εικόνες, συμβολισμούς, abstracts, easter eggs και red herrings, αποφεύγοντας αυστηρά οποιαδήποτε έννοια συνοχής χρόνου και τόπου, ακόμη και πραγματικότητας.
Το Inland Empire είναι ένα τέλειο παράδειγμα του παραπάνω στυλ. Είναι μεγάλο σε διάρκεια, έξοχα σκηνοθετημένο, με πολύ καλές ερμηνείες, και με ένα narrative το οποίο μετά την πρώτη ώρα περίπου εκτοξεύεται σε χίλιες διαφορετικές κατευθύνσεις, και ο θεατής πρέπει να ακολουθήσει όλα τα ίχνη που μένουν πίσω, αν θέλει να ελπίζει ότι θα βγει με επιτυχία από το λαβύρινθο. Η ταινία περιέχει εικόνες που άνετα συγκαταλέγονται σε μερικές από τις δυνατότερες που έχει παράγει ο σκηνοθέτης, ενώ η Laura Dern μας χαρίζει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της ζωής της και μάλιστα έχοντας το βάρος να αναπαραστήσει όχι έναν, όχι δύο, αλλά τρεις (και δυνητικά περισσότερους) χαρακτήρες, κανέναν από τους οποίους δεν είναι σε θέση να καταλάβει πλήρως.

Μέσα από το συνεχές παζλ των εικόνων αλλά και του καταπληκτικού ήχου, ο Lynch δημιουργεί με άνεση την ατμόσφαιρα που έχει γίνει σήμα κατατεθέν του, μια ατμόσφαιρα πιεστική, βαριά, με μουντά χρώματα, που αφήνει στιφή γεύση στο στόμα και την αίσθηση του μυαλού που ονειρεύεται μέσα σ' ένα λήθαργο τόσο βαθύ που δεν μπορεί πια να ξεχωρίσει πού τελειώνει το όνειρο και πού αρχίζει η πραγματικότητα... αν υπήρχε ποτέ πραγματικότητα, ή έστω διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο. Σ' αυτό συνεισφέρει και το σχεδόν αποκλειστικά με digital film γύρισμα, που αφαιρεί οποιαδήποτε πλαστικότητα και "φτιαχτή ομορφιά" από τις εικόνες και τις κάνει να μοιάζουν σχεδόν αφύσικες και απόμακρες.

Το θέμα βέβαια και η εύλογη ερώτηση αφού πέσουν οι τίτλοι τέλους σε ταινίες όπως αυτή, είναι "Κατάλαβες τίποτα;" Άλλωστε, ο Lynch κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να πει την ιστορία που θέλει λέγοντας στο θεατή όσα λιγότερα γίνεται - και ταυτόχρονα δείχνοντάς του, βομβαρδίζοντάς τον με συμβολισμούς και εικόνες που μπορεί να μη λένε τίποτα, μπορεί και τα πάντα για την ιστορία. Θεματική συνέχεια του εξαιρετικού Mulholland Drive, το Inland Empire καταπιάνεται με το άσχημο πρόσωπο του Hollywood stardom και τις επιπτώσεις του στη φιλόδοξη γυναίκα/ηρωίδα, καθώς και τα θολά όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, αν και ακολουθεί εντελώς άλλο δρόμο. Πάντως, παρά τον καταιγισμό εικόνων και νοημάτων και το συνεπαγόμενο μπέρδεμα και ξύσιμο της κεφαλής, η ιστορία δεν είναι ένα πρόβλημα χωρίς λύση, αφού αρκεί κανείς, με το που δει την ταινία, να κάνει ένα βήμα πίσω και να κοιτάξει όλο τον πίνακα - η ιστορία ξεπροβάλλει δειλά μέσα από τα μύρια στοιχεία, εικόνες και ατάκες που τη δημιούργησαν, ίσως όχι τόσο εύκολα όσο στο Mulholland Dr. αλλά πάντως το ίδιο σίγουρα. Φυσικά, κι αυτό είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό του Lynch που κάνει τη δουλειά του τόσο γοητευτική, στο τέλος δεν κολλάνε τα πάντα. Το συμπέρασμα δεν βγαίνει αβίαστα, ούτε δένουν όλες οι κλωστές σε ένα υφαντό που δείχνει την τελική εικόνα. Δεν εξηγούνται τα πάντα, γιατί δεν είναι τα πάντα εκεί με σκοπό να εξ
ηγηθούν, απλά παραμένουν στο όριο του υποσυνείδητου γρατζουνώντας τους τοίχους του μυαλού ίσα ίσα για να θυμάσαι ότι είναι εκεί, χωρίς όμως να μπορείς να τους δώσεις νόημα ή να τα καταλάβεις. Με άλλα λόγια, σαν κάθε όνειρο που σέβεται τον εαυτό του, έχεις μια εικόνα την οποία θα θυμάσαι το πρωί που θα την περιγράψεις στους φίλους σου, αλλά πίσω της θα υπάρχουν χίλια πράγματα τα οποία θα παραμένουν στην άκρη του μυαλού σου, μα θα εξαφανίζονται κάθε φορά που προσπαθείς να στρέψεις το βλέμμα σου πάνω τους και να τα φέρεις στο φως.Δεν είμαι σίγουρος τι θέση δίνω στο Inland Empire σε σχέση με τις υπόλοιπες του Lynch, πάντως σίγουρα πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο. Περιμένοντας να δω μια από τις πιο αδύναμες και ασυνάρτητες προσπάθειές του, έπεσα στο ακριβώς αντίθετο. I recommend.
Subscribe to:
Posts (Atom)