Thursday, May 1, 2008

Mediaκά και άλλα (όχι τόσο) ενδιαφέροντα

* Το Πρώτο Θέμα μπορεί να μην εντυπωσίασε με την "επίδοσή" του αυτή την εβδομάδα (170.050), ωστόσο κατάφερε να πλασαριστεί στην κορυφή και δη με διαφορά. Τα Φιλαράκια παραμένουν (πολύ) δημοφιλή...

*Αντιθέτως, το Βήμα και ο θρυλικός Σπάρτακος του Κιούμπρικ πούλησαν μόλις 153.260 φύλλα. Τελικά είμαστε βλαμμένοι ως λαός...

*(Σχετικό με το προηγούμενο) Η προπώληση για τους "καυτούς" Def Leppard και Whitesnake έχει ξεπεράσει, σύμφωνα με ισχυρισμούς των ιθυνόντων, τα 14.οοο εισιτήρια. Και όλα αυτά 2 μήνες πριν την στιγμή που τα...πιτσιρίκια από το Sheffield -με καινούργιο άλμπουμ από τις 5/5- θα τραγουδήσουν το "Bringin on the heartbreak". Με άλλα λόγια, την 1η Ιουλίου, το Καραϊσκάκη θα θυμίζει αγώνα του Ολυμπιακού στο Champions League...Ελλάς Ελλήνων Hard Rockάδων!

*Απόρία: Γιατί η ΝΕΤ προβάλει συνεχώς, τόσο κατά τη διάρκεια των μεταδόσεών της όσο και σε billboards, το γεγονός ότι θα απολαύσουμε το Euro χωρίς συνδρομή;;;; Δηλαδή, πρέπει να τους πούμε και "ευχαριστώ" που θα "απολαύσουμε" χωρίς σύνδρομη τους "γίγαντες" που θα περιγράφουν τους αγώνες;

Υπόδειγμα Πολίτη...

Ήταν κάποτε ένας φιλόδοξος νεαρός τόσο ικανός, ώστε θα μπορούσε να είχε μεγαλουργήσει. Είχε ό,τι χρειαζόταν για να γίνει το αδιαφιλονίκητο «αφεντικό» μιας γειτονιάς τόσο λαμπερής, που ούτε οι Άγγελοι δεν θέλουν να αποχωριστούν. Αν και προερχόταν από το ταπεινό Wisconsin, το Los Angeles και το Hollywood δεν δίστασαν να στρώσουν το κόκκινο χαλί της υποδοχής και να του απονείμουν το χρυσό κλειδί της πόλης, προκειμένου να εκμεταλλευτούν εμπορικά το πρόδηλο ταλέντο του. Είχε την ευφυΐα, το θράσος, την επιθυμία και πρωτίστως το όραμα να εκπληρώσει κάθε προσδοκία, αλλά απέτυχε. Έζησε την καλλιτεχνική εξαθλίωση και στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του έφτασε στο σημείο να προκαλεί θλίψη εξαιτίας των άστοχων επαγγελματικών επιλογών του και της γραφικής του εμφάνισης. Και όμως, ένα δημιούργημά του διάρκειας 119 λεπτών αρκούσε για να του δώσει μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεον της κινηματογραφικής ιστορίας. Υπερβολές; Σίγουρα όχι, μιας και η ταινία Citizen Kane του Orson Welles θεωρείται δικαίως ως ένα από τους πολύτιμους «θησαυρούς» της έβδομης τέχνης.

Η απώλεια της μητέρας του και η επακόλουθη ψυχολογική κατάρρευση του πατέρα του στέρησαν από τον μικρό Orson την αγαλλίαση της οικογενειακής θαλπωρής και τον ανάγκασε να ωριμάσει πρόωρα και να στηριχτεί από μικρή ηλικία στις δικές του δυνάμεις. Όπερ και εγένετο. Οπλισμένος με την αυτοπεποίθηση μιας ιδιοφυίας, ο Orson Welles δεν άργησε να καθιερωθεί ως ένας αξιόλογος ηθοποιός και να κερδίσει τις εντυπώσεις ως ένας ραδιοφωνικός παραγωγός με ανατρεπτικές ιδέες.

Στο πλαίσιο μιας ραδιοφωνικής εκπομπής, όπου αυτός και ο θίασός του (Mercury Theater) παρουσίαζαν θεατρικά έργα και μυθιστορήματα ειδικά διασκευασμένα για το ραδιόφωνο, ο 23χρονος τότε Welles αποφάσισε να ασχοληθεί με το κλασσικό «Πόλεμος των Κόσμων» του G.H. Wells. Ήταν 30 Οκτωβρίου του 1938, όταν ο Welles διέκόψε την κανονική ροή του προγράμματος για να μεταδώσει ένα «έκτακτο δελτίο ειδήσεων», στο οποίο περιέγραψε σε απευθείας μετάδοση την εισβολή Αρειανών στο Νιού Τζέρσι των Η.Π.Α. Οι ακροατές παραπλανήθηκαν σε τέτοιο βαθμό από την πειστική μεταφορά του μυθιστορήματος, ώστε οι περισσότεροι νόμισαν πως ήταν σε εξέλιξη πραγματική εισβολή εξωγήινων. Ο πανικός που προκλήθηκε στις βορειοανατολικές πολιτείες της χώρας δεν είχε προηγούμενο.

Αυτό το περιστατικό χάρισε στον ίδιο μεγάλη δημοσιότητα και του άνοιξε διάπλατα τις πύλες του Hollywood. Σύντομα ο Welles υπέγραψε ένα μυθικό συμβόλαιο με την RKO Radio Pictures για την παραγωγή τριών ταινιών και δη έχοντας απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία. Το γεγονός ότι ο νεαρός ηθοποιός είχε σκηνοθετήσει μόνο δυο μικρού μήκους ταινίες ελάχιστα απασχόλησε τους ιθύνοντες της RKO, οι οποίοι στήριζαν πάνω του τις ελπίδες τους για ένα άκρως προσοδοφόρο μέλλον. Με ένα ολόκληρο στούντιο υπό τις προσταγές του Welles, oι βάσεις για την δημιουργία μιας ταινίας που έμελλε να εκτιμηθεί όσο λίγες είχαν ήδη τεθεί.

Ο Πολίτης του 26χρονου Welles, ο οποίος συμμετείχε στην ταινία ως πρωταγωνιστής, σκηνοθέτης, σεναριογράφος -υπό την πολύτιμη καθοδήγηση του Mankiewicz- και παραγωγός, έκανε την εμφάνισή του στις αμερικανικές αίθουσες την Πρωτομαγιά του 1941. Το κόστος της ταινίας δεν έφτασε σε δυσθεώρητα για την εποχή ύψη -δεν ξεπέρασε τα 686.000 δολάρια- εν τούτοις η πορεία του κινηματογραφικού Charles Foster Kane στο Box Office αποδείχτηκε βραχύβια., μοναχική…Και αυτό γιατί αντιμετώπισε τη μήνι του μεγιστάνα των ΜΜΕ William Rundolph Hearst, ο οποίος την μποϊκοτάρισε με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο επειδή θεώρησε ότι ο Kane ήταν βασισμένος στη ζωή του. Μάλιστα, ήταν τόσο έντονο το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί εις βάρος του Citizen Kane ώστε, κατά την απονομή των βραβείων Όσκαρ εκείνης της χρονιάς, οι παρευρισκόμενοι αποδοκίμαζαν την ταινία σε κάθε ευκαιρία.

Πάντως, η μετάλλαξη του Welles -ένεκα…περίοπτης θέσης στη μαύρη λίστα του Hearst- από επίδοξο πρώτο πολίτη του Hollywood σε δακτυλοδεικτούμενο παρία, ουδόλως μειώνει την αξία της ταινίας και του δημιουργού της. Άλλωστε, το Citizen Kane μπορεί να επιβραβεύτηκε από τον…θείο Όσκαρ μονάχα για το σενάριο του, όμως υπάρχουν πολλοί περισσότεροι λόγοι για τους οποίους οι διαπρεπείς κριτικοί του φημισμένου περιοδικού Sight and Sound το ανακηρύσσουν εδώ και τέσσερις συναπτές δεκαετίες (από το 1962 και κάθε δέκα χρόνια) το σπουδαιότερο έργο που έχει ποτέ γυριστεί.

Πέραν της επιβλητικής μουσικής σύνθεσης του μετέπειτα στενού συνεργάτη του Hitchcock, Bernard Herrmann, και των αξιόλογων ερμηνειών του Welles και των υπολοίπων μελών του Mercury Theater που συμμετείχαν στην ταινία, βλέποντας κανείς το Citizen Kane δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από το άρτιο οπτικό αποτέλεσμα. Έχοντας εξασφαλίσει την συνεργασία του θρυλικού Gregg Toland, ενός ικανότατου φωτογράφου, ο οποίος είχε πειραματιστεί εκτεταμένα με φακούς και φωτισμούς και είχε γίνει εξπέρ στην εφαρμογή των πλάνων «βαθιάς εστίασης», ο Orson Welles αποφάσισε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις δυνατότητες της συγκεκριμένης τεχνικής και να ελαχιστοποιήσει τα μονταρισμένα πλάνα. Σε συνδυασμό με την εξαιρετική χρήση του ήχου, απόρροια της εμπειρίας που είχε αποκομίσει ο Welles στο ραδιόφωνο, οι μακρές, αμοντάριστες σκηνές προσέδωσαν στο Citizen Kane ένα έντονο στοιχείο ποιητικού ρεαλισμού που παρέπεμπε περισσότερο στο θέατρο ή στην ίδια τη ζωή. Σύμφωνα με τον Andre Bazin, φημισμένο κριτικό κινηματογράφου και αφοσιωμένο μελετητή της δουλειάς του μεγαλοφυούς σκηνοθέτη, «συχνά η κάμερα αρνιόταν πεισματικά να μας καθοδηγήσει και να επιβεβαιώσει την υποψία μας ότι έπρεπε να εστιάσουμε ως θεατές στο τάδε γεγονός ή στον δείνα χαρακτήρα».

Αναμφίβολα αυτή η ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα του Citizen Kane καθιστούσε το έργο κάπως ελιτίστικο, διότι απαιτούσε την προσήλωση του θεατή προκειμένου να γίνει κατανοητό. Η παράμετρος της εμπορικότητας, όμως, ελάχιστα απασχολούσε τον Welles, ο οποίος δεν ήθελε να παρουσιάσει κάτι συμβατικό αλλά να διοχετεύσει όλη τη δημιουργικότητα του στην παραγωγή μιας πρωτοποριακής ταινίας που θα έγραφε ιστορία. Και εν τέλει το κατάφερε, μιας και το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Welles αποτελεί πηγή έμπνευσης για κάθε κινηματογραφιστή και διδάσκεται-αναλύεται εδώ και χρόνια ακόμα και σε πανεπιστημιακό επίπεδο.

Ο Orson Welles δεν κατάφερε να αντιπαρέλθει την κόντρα του με τον Hearst και δεν του δόθηκε ποτέ ξανά η ευκαιρία να δημιουργήσει μια ταινία έχοντας στη διάθεσή του έναν ικανοποιητικό προϋπολογισμό και τον απόλυτο έλεγχο της παραγωγής. Η καριέρα του πήρε την κατιούσα και ο Welles αναλώθηκε σε μάταιες απόπειρες εξασφάλισης οικονομικών πόρων με την ελπίδα πώς κάποτε θα εκπλήρωνε μερικά από τα κινηματογραφικά του όνειρα. Η παρουσία του σε ταινίες αμφιβόλου ποιότητας, αδιάφορες τηλεοπτικές σειρές και φαιδρές διαφημίσεις έφθειρε την ήδη λαβωμένη εικόνα του και τον βύθισε στην απόλυτη καλλιτεχνική παρακμή. Μολαταύτα, αν και για τον ίδιο η αυλαία της ζωής έπεσε πριν από 23 χρόνια, το Citizen Kane παραμένει, για πολλούς, η Βίβλος του κινηματογράφου και ο αινιγματικός κύριος Kane θα συνεχίσει να συχνάζει στο Ricks Café παρέα με τον Vito Corleone, τον Travis Bickle, τον Alex Delarge, την Scarlet OHara, τον Norman Bates και άλλους εκφραστές του κινηματογραφικού ονείρου.

Tuesday, April 22, 2008

Είσοδος δωρεάν, αρκεί να μην έρθετε!

Ομολογώ πως μέχρι σήμερα δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι συμβαίνει το παρακάτω, αν και με διαβεβαίωσαν ότι δεν πρόκειτα για κάτι καινοφανές:

Διάβασα ότι το Δημόσιο θα αφήσει ανοικτά τα διόδια (εκείνα που -βεβαίως- δεν εκχωρήθηκαν σε ιδιώτες) προκειμένου να διευκολύνει την έξοδο του Πάσχα. Η ελεύθερη διέλευση θα ισχύει από τις 8 το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου έως τις 6 τα ξημερώματα της Δευτέρας του Πάσχα. Δηλαδή αφου έχουν φύγει οι εκδρομείς και πριν προλάβουν να γυρίσουν!

Υ.Γ. Αυτό που με πείραξε περισσότερο στον Ρίμπο είναι που δικαίωσε τον Κόκκαλη.

Monday, April 14, 2008

Μέσα Μαζικής Αναξιοπιστίας

Σε μια εποχή όπου η δημοσιογραφική δεοντολογία έχει υποκατασταθεί από τα διαπλεκόμενα συμφέροντα, το μεροληπτικό σχολιασμό, την ελλιπή ενημέρωση και τις τηλε-φανφάρες, μπορεί να λυθεί ο «γόρδιος δεσμός» της αναξιοπιστίας;

Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τα αποκαλούμε, όμως, εν έτει 2008, ίσως ταιριάζει περισσότερο ο όρος «Μέσα Μερικής Ενημέρωσης». Και αυτό γιατί πλέον λιγότερο ενημερώνουν και περισσότερο φλυαρούν, υπεκφεύγουν, προπαγανδίζουν και «»μουτζουρώνουν» το κάθε άλλο παρά λευκό «ποινικό μητρώο» τους. Μια νοσηρή πραγματικότητα, η οποία επιβεβαιώνεται και από τα ευρήματα της πανελλαδικής έρευνας για τα ΜΜΕ που, σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο, πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Επικοινωνίας.

Κάθε εκπρόσωπος της «Τέταρτης Εξουσίας» έχει την ηθική υποχρέωση να ενημερώνει και δη αξιόπιστα. Και όμως στην Ελλάδα ολοένα και παγιώνεται η άποψη ότι αυτό που χαρακτηρίζει τα ΜΜΕ είναι πρωτίστως το έλλειμμα εγκυρότητας. Όπως παρατηρούν με θλίψη οι 3 στους 4 που συμμετείχαν στην έρευνα, τα εγχώρια ΜΜΕ είναι…αλλεργικά στην επαρκή προβολή ειδήσεων που θίγουν πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα. Γιατί; Προτού προλάβεις να πεις «διαπλοκή», η εξήγηση έρχεται δια στόματος του 92% των ερωτηθέντων: «Τα ΜΜΕ διατηρούν στενή σχέση αλληλεξάρτησης τόσο με την πολιτική εξουσία όσο και με τις διαφημιστικές εταιρείες και τους διαφημιζόμενους». Μάλιστα… Θα μπορούσαν ενδεχομένως να προσθέσουν ότι «η γη γυρίζει» και ότι «η «Μακεδονία είναι ελληνική», εν τούτοις το 91,7% προτίμησε απλώς να επισημάνει ότι οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί της χώρας «συνήθως προσπαθούν να καλύψουν τα λάθη τους, παρά να τα παραδεχτούν δημόσια». Ίσως γιατί οι περισσότεροι δημοσιογράφοι πιστεύουν ότι σε μερικές εβδομάδες ουδείς θα θυμάται -και μάλλον έχουν δίκιο- την ανακρίβεια τους.

Τι μέλλει γενέσθαι, λοιπόν, για τα εγχώρια ΜΜΕ; Και το σημαντικότερο, πώς θα μεταπειστεί η κοινή γνώμη ότι, παραδόξως, για κάποιους η δημοσιογραφία παραμένει λειτούργημα; Σύμφωνα με την έρευνα, το 91,6% περιμένει από τα ΜΜΕ να «προβάλλουν τα κύρια περιβαλλοντικά προβλήματα και να πιέζουν για την τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας από όλους». Και όχι μόνο. Απαιτούν από τα Μέσα να είναι υπεύθυνα απέναντι στην κοινωνία (95,7%), να ελέγχονται και να λογοδοτούν (93,8%), να επενδύουν σε ποιοτικά προγράμματα (85,2%) και να καταγγέλλουν τα κακώς κείμενα (79,1%). Πόσο πιθανό είναι άραγε να εισακούσουν τα ΜΜΕ όλες αυτές τις παραινέσεις; Τίποτα δεν αποκλείεται. Ωστόσο ακόμα και αν συμβεί αυτό, δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει η νέα τάξη πραγμάτων σε αυξημένη τηλεθέαση, κυκλοφορία και ακροαματικότητα. Πολύ απλά, διότι η πρόσφατη πραγματικότητα έχει αποδείξει ότι ως λαός «απολαμβάνουμε» τα Μέσα που μας αξίζουν και (κατά βάθος) επιθυμούμε. Αλλιώς, δεν θα καθήλωνε κάθε χρόνο ο τελικός της Eurovision 3 εκατ. Έλληνες στον καναπέ τους, δεν θα κυριαρχούσαν τα μονοθεματικά Δελτία Ειδήσεων, ο περιβαλλοντικά ευαίσθητος ΣΚΑΪ δεν θα έμενε σε μονοψήφια νούμερα τηλεθέασης και εν τέλειο μέσος ημερήσιος χρόνος τηλεθέασης δεν θα ξεπερνούσε τις 4 ώρες…

Sunday, April 13, 2008

Οι ήρωες του…Γαλιλαίου και το ντόπινγκ

«Αλίμονο στον τόπο που δεν έχει ήρωες» φωνάζει ξανά και ξανά στο Γαλιλαίο (του Μπρέχτ) ο αγαπημένος του μαθητής και σίγουρα δεν αναφέρεται στη χώρα μας. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε;

Ήταν 12 Αυγούστου του 2004 -μία ημέρα προτού επιστρέψουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στον τόπο που τους «γέννησε»- όταν δύο αθλητές-είδωλα, ο Κώστας Κεντέρης και η Κατερίνα Θάνου, δεν προσήλθαν σε έλεγχο ντόπινγκ.

Όσα ελέχθησαν και επακολούθησαν ήταν βγαλμένα θαρρείς από τα πιο ευφάνταστα θεατρικά έργα του Ευγένιου Ιονέσκο και η παγκόσμια κατακραυγή ήταν εκκωφαντική. Ωστόσο για πολλούς, ίσως τους περισσότερους, Έλληνες φιλάθλους, οι δύο (έκπτωτοι) ήρωες είχαν χάσει ελάχιστη από τη λάμψη τους. Ίσως γιατί η μανία καταδίωξης που ενίοτε μας χαρακτηρίζει ως λαό είχε κάνει και πάλι την εμφάνισή της: «Οι Αμερικανοί τους την έστησαν για να μην υποκλιθούν και πάλι στο μεγαλείο του Κώστα και της Κατερίνας», διατράνωναν και κουνούσαν με περηφάνια την ελληνική σημαία, ενόσω η Πολιτεία γυάλιζε το βάθρο για να υποδεχτεί τους επόμενους Ολυμπιονίκες που θα δόξαζαν τη χώρα στα πέρατα της υφηλίου.

Όπερ και εγένετο και σύντομα βρεθήκαμε και πάλι στους δρόμους να πανηγυρίζουμε ενωμένοι για τα επιτεύγματα των αθλητών της χώρας. Το «σκάνδαλο» ήδη ξεχαστεί και σημασία είχε μόνο το (αθλητικό) μέλλον που προδιαγραφόταν λαμπερό, γεμάτο χρυσάφι που θα έφερναν οι ήρωες μας από έναν τόπο μακρινό. Εκεί, στα βάθη της μακρινής Ασίας, όπου σαν άλλοι Μεγαλέξανδροι θα αποδείκνυαν το μεγαλείο της Ψωροκώσταινας.

Μόνο που η ιστορία έμελλε να γραφτεί με διαφορετικό μελάνι. Στις 4 Απριλίου του 2008 «έντεκα υπέροχοι» της Άρσης Βαρών βίωσαν την ταπείνωση και, άθελά τους, «απογύμνωσαν» ένα ολόκληρο έθνος. Ένα λαό -από την Πολιτεία και τα ΜΜΕ μέχρι τους χορηγούς και τους πολίτες- ο οποίος προς χάριν των εφήμερων μεγαλείων επιδίδεται στο ευγενές άθλημα του «στρουθοκαμηλισμού». Πολύ απλά, διότι οι αθλητικές επιτυχίες λειτουργούν ως υποκατάστατο ευτυχίας που γεμίζει τις «μαύρες τρύπες» της καθημερινότητάς μας -εξού και η συνήθεια των Ελλήνων να θυμούνται τα «μικρά αθλήματα» μόνο όταν προσφέρουν στιγμές εθνικής περηφάνιας.

Ποιος νοιάζεται, λοιπόν, που τόσοι νέοι άνθρωποι ωθούνται στη χρήση αναβολικών για να επωφεληθούν της κρατικής «γαλαντομίας» και να απολαύσουν τη δόξα και τα χορηγικά οφέλη; Επί της ουσίας, ελάχιστοι νοιάζονται και αυτοί συνήθως είτε σωπαίνουν είτε απευθύνονται εις ώτα μη ακοούντων.

Κρίμα γιατί έτσι τα παιδιά μας αποκτούν κίβδηλους ήρωες, λάθος πρότυπα και διδάσκονται να θυσιάζουν τα πάντα, ακόμα και την ίδια τους την υγεία, στο βωμό του χρήματος. Κρίμα γιατί κάποτε, στη χώρα που ανέδειξε τα αθλητικά ιδεώδη, ο αθλητισμός πρέσβευε άλλες αξίες. Τόσο σπουδαίες όσο και οι αθλητές που έχουν γράψει το όνομά τους με ιδρώτα στις ένδοξες σελίδες αυτής της χώρας. Αθλητές, οι οποίοι μας έχουν κάνει να ανατριχιάσουμε, να δακρύσουμε από χαρά, να πιστέψουμε ότι η σύγχρονη Ελλάδα δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτήν των προγόνων μας, να εμπνευστούμε και να οραματιστούμε ένα καλύτερο μέλλον. Αθλητές, οι οποίοι ίσως και να ανάγκαζαν τον Γαλιλαίο να αλλάξει άποψη και να δηλώσει ότι τελικά κάθε τόπος έχει ανάγκη από (αληθινούς) ήρωες…

Monday, March 17, 2008

Κυβερνήτες και πόρνες

No such thing as bad publicity, λένε αυτοί που ξέρουν, και αυτοί που ξέρουν κάτι θα ξέρουν και λένε. Πάνε λίγες μέρες μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου με πρωταγωνιστές τον νεοϋορκέζο ομόλογο του Governator, Eliot Spitzer και την Ashley Alexandra Dupré, και ήδη η νεαρά ελπιδοφόρα αοιδός και νυν πόρνη των 4.000 $ (την ώρα - ξαφνικά δε νιώθετε απίστευτα ωραία για όλο το χρόνο, την ενέργεια και τα χρήματα που καταβάλλατε για τις σπουδές σας;) έχει εξελιχθεί σε πρόσωπο της ημέρας και απολαμβάνει τα 15 λεπτά φήμης της. Πράγμα απόλυτα φυσιολογικό βέβαια, καθώς δεν ήταν αυτή που έκανε τη μαλακία, παρά τις επιλογές που έκανε για τη ζωή της.

Ούτε καν ο Spitzer δεν έχει πλάκα στην όλη ιστορία - απόφοιτος του Princeton και του Ηarvard, επιτυχημένος πολιτικός, πλούσιος δικηγόρος, σεβαστός εισαγγελέας, οικογενειάρχης; Η είδηση θα ήταν να ΜΗΝ είχε κερατώσει τη γυναίκα του ούτε μια φορά. Χασμουρητά.

Όχι, για άλλη μια φορά την πλάκα την έχει το κοινό. Το ότι η σελίδα της
Dupré στο MySpace θα δεχόταν τα δεκαπλάσια hits μετά το σκηνικό, ήταν αναμενόμενο. Κάθε σελίδα στο MySpace πολιορκείται ασύστολα εάν ανήκει σε μια έστω γλυκιά κοπέλα η οποία έχει βάλει φωτογραφίες με bikini μέσα.

Το ωραίο είναι ότι τα δύο της τραγούδια που βρίσκονται στο Amie Street, το οποίο κοστολογεί τα κομμάτια που φιλοξενεί από το δωρεάν έως τα 98 cents ανάλογα με τη ζήτηση και τη δημοτικότητα των downloads τους, πήγαν στα 98 cents μέσα σε λιγότερο από μέρα και αγοράζονται κατά συρροή. Δεδομένου ότι και τα δύο κομμάτια είναι μετριότατο R & B της σειράς, δεν είμαι σίγουρος ποιό είναι το ηθικό δίδαγμα εδώ. Οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές, που έλεγε και κάποια που ήξερα κάποτε (δεν είμαι σίγουρος σε ποιού λαού τη σοφία ανήκει το απόφθεγμα, αλλά δε φαίνεται να απέχει και πολύ από την πραγματικότητα); Ότι ο κόσμος θα έρθει αν του δείξεις bikini; Ότι οι άνθρωποι νιώθουν καλά όταν υποστηρίζουν "αναξιοπαθούντες", άρα το κάνουν κατά συρροή όταν τους πουν τα δελτία ειδήσεων για κάποιον; Ότι το MySpace είναι ωραίο μέρος για μάτι;

Αναμείνατε το πρώτο album της δεσποινίδας
Dupré πριν βγει η χρονιά, λέω τώρα εγώ, και ετοιμαστείτε να μην ξανακούσετε νέα της μετά.